Το φανταστικό παιχνίδι του παιδιού ως βάση για την εξέλιξη της γνώσης και της προσωπικότητάς του.
Δρ. Αλέξανδρος Αλεξάνδρου
Ειδικός Παιδαγωγός – Λογοθεραπευτής, Πτυχιούχος, Διδάκτωρ και Καθηγητής επισκέπτης Πανεπιστημίου Leibniz Αννοβέρου Γερμανίας, έδρα: Αθήνα

Άντια Στυλιανού-Baier
Ειδική Παιδαγωγός – Λογοθεραπεύτρια, Πτυχιούχος Πανεπιστημίου Leibniz Αννοβέρου Γερμανίας, έδρα: Λεμεσός

Ελένη Πρεσβεία
Λογοπεδικός, Πτυχιούχος Πανεπιστημίου Σόφιας Βουλγαρίας, έδρα: Αχαρναί/Αθήνα

Εισαγωγή
Ένα μεγάλο και κρίσιμο ερώτημα στη σημερινή εποχή της ευρείας διάδοσης της τεχνολογίας και των ηλεκτρονικών μέσων ψυχαγωγίας και επικοινωνίας αφορά το πώς έχει επηρεαστεί η φαντασία των παιδιών. Συγκριτικά με τις προηγούμενες γενιές τα παιδιά πλέον δέχονται διαφορετικά ερεθίσματα ήδη από την πρώιμη παιδική ηλικία. Η κούκλα, το παραμύθι, το αυτοκινητάκι, οι απλές κατασκευές, το ομαδικό παιχνίδι, η ζωγραφική, τα διδακτικά κινούμενα σχέδια και θεατρικά δρώμενα, τείνουν να παραμερίζονται ολοένα και περισσότερο από την ενασχόληση με ηλεκτρονικού τύπου παιχνίδια και με την αφιέρωση πολλής ώρας σε κινούμενες και γοργά εναλλασσόμενες εικόνες (σύμφωνα και με την MOHL, 2015). Το αποτέλεσμα είναι να καθίσταται το παιδί παθητικός δέκτης πληροφοριών, με συνεχώς μειούμενη προσωπική συμμετοχή και συνδιαμόρφωση των δεδομένων που βλέπει και βιώνει.
Ασφαλώς η τεχνολογία έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας και είναι απαραίτητο εργαλείο στην καθημερινότητά μας. Όμως δεν αρκεί από μόνη της για τη συγκρότηση των βασικών δεξιοτήτων του παιδιού. Στην παρούσα μελέτη θα παρατεθούν τα βασικά ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του όρου «φαντασία», θα αναδειχθεί η σχέση του με την εξέλιξη του παιδιού τόσο γνωστικά όσο και ψυχοσυναισθηματικά, και θα συζητηθούν μέθοδοι υποστήριξης και ενίσχυσης του φανταστικού παιχνιδιού του παιδιού. Διευκρινίζεται πως το ηλικιακό εύρος των παιδιών, στα οποία αναφερόμαστε, κυμαίνεται από 18 μηνών έως 6 ετών, δηλαδή έως την έναρξη φοίτησης στην Α΄ Δημοτικού.
